Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


fighting chance:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

fight: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
fightvtr (physically) σωματικάπαλεύω ρ.αμ.
 καθομιλουμένητσακώνομαι ρ.αμ.
 αμύνομαιαπωθώ ρ.μετ.
He had to fight the attacker with a stick.
Χρειάστηκε να παλέψει με με ένα ξύλο.
* Πάλι τσακώθηκε με την αδερφή του.
Χρειάστηκε να απωθήσει τον αντίπαλο με ένα ξύλο.
fightvtr (argue)διαπληκτίζομαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένητσακώνομαι ρ.αμ.
She's always fighting with her neighbour about noise.
Διαπληκτίζεται διαρκώς με τον γείτονά της για τον θόρυβο.
Τσακώνεται διαρκώς με τον γείτονά της για τον θόρυβο.
fightvtr (to struggle)παλεύω ρ.αμ.
 αγωνίζομαι ρ.αμ.
Note: αγωνίζομαι > παλεύω
She fought the government and won.
Πάλεψε με την κυβέρνηση και νίκησε.
Αγωνίστηκε κατά της κυβέρνησης και νίκησε.
fightvi (military: battle) στρατιωτική μάχηπολεμώ ρ.αμ.
 επίσημομάχομαι ρ.αμ.
They started fighting at dawn and the battle lasted all day.
Άρχισαν να πολεμούν την αυγή και η μάχη διήρκεσε όλην την ημέρα.
Άρχισαν να μάχονται την αυγή και η μάχη διήρκεσε όλην την ημέρα.
fightvi (physically) σωματικάπαλεύω ρ.αμ.
The two fought with knives for ten minutes.
Οι δυο τους πάλεψαν με μαχαίρια για δέκα λεπτά.
fightn (physical) σωματικάκαυγάς ουσ.αρ.
Note: Επίσης: καβγάς
He got into a fight and has a black eye.
Έμπλεξε σε έναν καυγά και του μαύρισαν το μάτι.
fightn (argument) διαφωνίακαυγάς ουσ.αρ.
 καθομιλουμένητσακωμός ουσ.αρ.
Note: καυγάς: επίσης: καβγάς
Their parents have fights all the time.
* Έχει συνέχεια καυγάδες στο σπίτι.
* Έχει συνέχεια τσακωμούς στο σπίτι.
fightn (struggle)μάχη, πάλη ουσ.θηλ.
 καθομιλουμένηαγώνας ουσ.αρ.
Women's fight for equality is still ongoing.
Η μάχη (or: πάλη) των γυναικών για ίσα δικαιώματα συνεχίζεται.
Ο αγώνας των γυναικών για ίσα δικαιώματα συνεχίζεται.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "fight".
Σύνθετοι Τύποι:
fight forvtr literal (go to war for)πολεμάω, μάχομαι ρ.αμ.
Note: πολεμάω: επίσης: πολεμώ (συνηρ.). πολεμάω, μάχομαι + για (πρόθ.)
fight forvtr figurative (struggle to attain) προσπαθώ για κάτιπολεμάω, παλεύω, πασχίζω ρ.αμ.
Note: πολεμάω: επίσης: πολεμώ (συνηρ.). πολεμάω, παλεύω, πασχίζω + για (πρόθ.) + ουσ.αιτ. ή πολεμάω, παλεύω, πασχίζω + τελική πρόταση
fight offvtr literal (resist, defend oneself from)αντιστέκομαι, αντιμάχομαι, αντιπαλεύω ρ.μετ.
fight offvtr figurative (overcome: competition)υπερνικώ, υπερισχύω ρ.μετ.
fight overvtr literal (have a physical struggle for)τσακώνομαι για, παλεύω για ρ.αμ.
 καθομιλουμένηαρπάζομαι για, πλακώνομαι για ρ.αμ.
 καθομιλουμένηέρχομαι στα χέρια για έκφρ.
fight overvtr informal, figurative (argue or quarrel about)καυγαδίζω για, τσακώνομαι για, διαπληκτίζομαι για ρ.αμ.
fight withvtr literal (have a physical struggle with)τσακώνομαι με, παλεύω με ρ.αμ.
 καθομιλουμένηαρπάζομαι με, πλακώνομαι με ρ.αμ.
 καθομιλουμένηέρχομαι στα χέρια με έκφρ.
fight withvtr informal, figurative (argue or quarrel with)καυγαδίζω με, τσακώνομαι με, διαπληκτίζομαι με ρ.αμ.
fight withvtr figurative (struggle against)παλεύω με ρ.αμ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'fighting chance' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'fighting chance'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad