Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


figure:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

figure: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
figuren (number) αριθμόςψηφίο ουσ.ουδ.
He makes a six-figure salary.
Ο μισθός του είναι ένα ποσό με έξι ψηφία.
figuren (amount of money) ποσόαριθμός ουσ.αρ.
I am not sure how much to charge, but I have a figure in mind.
Δεν είμαι σίγουρος πόσα να χρεώσω, αν και έχω έναν αριθμό κατά νου.
figuresnpl (calculations) οικονομικοί υπολογισμοίποσό ουσ.ουδ.
 μαθηματικάψηφίο ουσ.ουδ.
Let's review those figures and try to balance the budget.
Ας ξανακοιτάξουμε αυτά τα ποσά και ας προσπαθήσουμε να ισοσκελίσουμε τον ισολογισμό.
* Ας ξανακοιτάξουμε τι πράξεις έκανες και γιατί στο αποτέλεσμα έχεις δύο ψηφία λάθος.
figuren (bodily shape) φιγούρασώμα ουσ.θηλ.
The actress had a beautiful figure.
Η ηθοποιός είχε ωραίο σώμα.
figurevtr (calculate)υπολογίζω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηλογαριάζω ρ.μετ.
Please be quiet while I figure out the correct amount.
Παρακαλώ κάντε ησυχία όσο προσπαθώ να υπολογίσω το σωστό ποσό.
Παρακαλώ κάντε ησυχία όσο προσπαθώ να λογαριάσω το σωστό ποσό.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "figure".
Σύνθετοι Τύποι:
figure of speechn (expression, idiom)τρόπος του λέγειν ουσ.αρ.
 καθομιλουμένηπου λέει ο λόγος έκφρ.
figure outvtr (solve, deduce, work out)καταλαβαίνω, λύνω, βρίσκω ρ.μετ.
figure outvtr (come to understand)διαπιστώνω, συνειδητοποιώ, καταλαβαίνω ρ.μετ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'figure' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad