filthy

 /ˈfɪlθɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
filthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very dirty)βρομερός, λερός, βρόμικος, ρυπαρός, ακάθαρτος επίθ.
filthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (words) (λέξεις)βρόμικος επίθ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
filthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (superb, effective) (αργκό)γαμάτος επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
filthy rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (extremely wealthy) (αργκό)λεφτάς, ματσωμένος, ματσό επίθ.
 You have to be filthy rich to own a house in that neighborhood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'filthy' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση filthy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'filthy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης