firstly

Listen:
 /ˈfɜːstlɪ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
firstly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (first reason)πρώτον επίρ
  πρώτα από όλα φρ ως επίρ
  (ανεπίσημο)πρώτα πρώτα φρ ως επίρ
 Kyle wasn't involved in the crime; firstly, he was at school all day, and secondly, he has no motive.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'firstly' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση firstly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'firstly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης