firstly

 /ˈf3ːstlɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
firstly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (first reason)πρώτον επίθ
  κατ' αρχήν, πρώτα από όλα, πρώτα πρώτα έκφρ
 Kyle wasn't involved in the crime; firstly, he was at school all day, and secondly, he has no motive.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'firstly' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση firstly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'firstly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης