WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fool around,
fool about
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
informal (act in silly way)παίζω, χαζολογάω ρ αμ
  (καθομιλουμένη, άκομψο)κωλοβαράω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά, προσβλητικό)μαλακίζομαι ρ αμ
 The teacher told Bobby to stop fooling around in class.
 Ο δάσκαλος είπε στον Μπόμπι να σταματήσει να χαζολογάει στην τάξη.
fool around,
fool about
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
informal (not be productive) (καθομιλουμένη)χασομερώ, χαζολογάω ρ αμ
  (ανεπίσημο, άκομψο)κωλοβαράω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά, προσβλητικό)μαλακίζομαι ρ αμ
 The boss doesn't like people fooling around when they should be working.
 Στο αφεντικό δεν αρέσει να χασομερούν οι υπάλληλοι, ενώ θα έπρεπε να δουλεύουν.
fool around vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang (have casual sex)ερωτοτροπώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μπερμπαντεύω, τραβιέμαι ρ αμ
  (χυδαίο)πηδιέμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη: απιστία)τσιλιμπουρδίζω ρ αμ
 Helen suspects that her husband has been fooling around.
 Η Έλεν υποψιάζεται ότι ο άντρας της τσιλιμπουρδίζει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fool around with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] slang (have casual sex) (καθομιλουμένη)κάνω φάση με κπ περίφρ
  τραβιέμαι με κπ ρ αμ + πρόθ
  (χυδαίο)πηδιέμαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 He had fooled around with every girl in town before he met Helen.
fool around with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (amuse yourself) (μεταφορικά)παίζω με κπ ρ αμ + πρόθ
 Ben spent the afternoon fooling around with his new camera.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fool around στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fool around'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: sly | lush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης