forgive

Listen:
 /fəˈɡɪv/


Του ρήματος: "to forgive"

Απλός αόριστος: forgave
Παθητική μετοχή: forgiven

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
forgive vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pardon)συγχωρώ ρ μ
 If you apologise for being late, I will forgive you.
 Αν ζητήσεις συγγνώμη που άργησες, θα σε συγχωρήσω.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
forgive vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (debt)χαρίζω ρ μ
 The lender will forgive the debt.
forgive vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stop resenting)συγχωρώ ρ μ
 My parents used to beat me, and I can never forgive them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
forgave,
forgive
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
(forgive: simple past) (αόριστος του ρήματος συγχωρώ)συγχώρεσα ρ μ
 It took several years, but Ron eventually forgave his brother.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
forgave,
forgive
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
(forgive: simple past) (αόριστος του ρήματος συγχωρώ)συγχώρεσα ρ μ
 It took several years, but Ron eventually forgave his brother.
forgive and forget v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be reconciled) (συμφιλίωση)περασμένα-ξεχασμένα έκφρ., ουσ.ουδ.πλ.
 Rather than simply forgive and forget, Nicholas became more and more angry.
Forgive me. interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (pardon me, excuse me)συγγνώμη επιφ
 Forgive me, sir, but you are mistaken. Forgive me, I thought I had already sent that information.
 Συγγνώμη, κύριε, αλλά κάνετε λάθος. Συγγνώμη! Νόμιζα πως είχα ήδη στείλει τις πληροφορίες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'forgive' found in these entries
In the English description:
Collocations: I forgive you, [cannot, can't] forgive (him), please forgive me, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση forgive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'forgive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.