former

Listen:
 [ˈfɔːrr]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
former adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (previous, one time, ex)πρώην επίθ άκλ
  (ακριβώς πριν)προηγούμενος επίθ
  (επίσημο: προηγούμενος)τέως επίθ άκλ
  (στο μακρινό παρελθόν)πάλαι ποτέ φρ ως επίθ
 He saw his former wife with another man.
 Είδε την πρώην σύζυγό του με άλλον άντρα.
former adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (earlier)προηγούμενος μτχ ενεστ
  (επίσημο)πρότερος επίθ
 My former thought, this morning, was that she was wrong, but I've changed my mind now.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the former nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (first of two mentioned)πρώτος επίθ
 I have a dog and a cat. The former barks while the latter meows.
former nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one who forms)διαμορφωτής, διαμορφώτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  δημιουργός ουσ αρσ/θηλ
 Luther is said to be one of the principal formers of the modern German language.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ex-president,
former president
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person: formerly the president of [sth])πρώην πρόεδρος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
Former Soviet Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Eastern European states) (κράτη ανατολικού μπλοκ)πρώην Σοβιετική Ένωση φρ ως ουσ θηλ κύρ
in former times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (long ago)τα παλιά τα χρόνια έκφρ
 In former times, children as young as seven had to work in factories.
Macedonia,
Former Yugoslav Republic of Macedonia
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(country in SE Europe) (καθομιλουμένη)Σκόπια ουσ ουδ πλ
  (επίσημο)Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας φρ ως ουσ θηλ κύρ
  (αρκτικόλεξο)ΠΓΔΜ ουσ θηλ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'former' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: [according, made reference] to the former, the former [champion, president, ambassador] (of), [prefer, choose, select] the former, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση former στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'former'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης