fro

Listen:
 /frəʊ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
fro nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (Afro haircut) (χτένισμα)άφρο ουσ ουδ
 Check out that dude with the fro!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
Afro,
afro
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bushy hairstyle) (μαλλί, λουκ)άφρο επίθ άκλ
  άφρο επίθ ως ουσ ουδ άκλ
 Afros were hugely popular in the '60s and '70s.
Afro adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." abbreviation (African-American)αφροαμερικανικός επίθ
Afro- prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (African)αφρο- πρόθεμα
 Kate is of Afro-Asian descent; her mother's family came from Nigeria and her father is from India.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
fro | Afro
EnglishGreek
to and fro advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (back and forth)μπρος πίσω φρ ως επίρ
 The lion paced to and fro in his cage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'fro' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fro στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fro'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.