gathering

Listen:
 [ˈgæðərɪŋ]


Του ρήματος: "to gather"

Present Participle: gathering

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gathering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meeting)συγκέντρωση ουσ θηλ
  συνάθροιση ουσ θηλ
 There was a gathering at the town hall to discuss the building plans.
 Έγινε μια συγκέντρωση στο δημαρχείο για να συζητηθούν τα σχέδια ανοικοδόμησης.
gathering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of collecting or harvesting)συγκομιδή ουσ θηλ
  συλλογή ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μάζεμα ουσ ουδ
 The gathering of the apples from the orchard took all day.
gathering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (party)συγκέντρωση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μάζωξη ουσ θηλ
 We're having a small gathering on Friday, if you'd like to come along.
 Θα κάνουμε μια μικρή μάζωξη την Παρασκευή άμα θέλεις να έρθεις.
gathering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (group or assembly of people)οι συγκεντρωμένοι φρ ως ουσ αρσ πλ
  ο κόσμος φρ ως ουσ αρσ
  (θρησκευτική συγκέντρωση)ποίμνιο ουσ ουδ
 The priest ended the prayer and the gathering murmured "Amen."
 Ο ιερέας τελείωσε την προσευχή και το ποίμνιο μουρμούρησε «Αμήν».
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gather [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (collect)μαζεύω ρ μ
  (επίσημο)συλλέγω ρ μ
  συγκεντρώνω ρ μ
 She gathered some shells as souvenirs of the vacation.
 Μάζεψε μερικά κοχύλια ως ενθύμιο των διακοπών της.
 Συνέλεξε μερικά κοχύλια ως ενθύμιο των διακοπών της.
gather [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accumulate)μαζεύω ρ μ
  συγκεντρώνω ρ μ
 We gathered the leaves in piles.
 Μαζέψαμε τα φύλλα σε σωρούς.
gather [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (information: collate)συλλέγω, συγκεντρώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μαζεύω ρ μ
 Intelligence agencies are gathering more and more information on our online activities.
 Οι υπηρεσίες πληροφοριών συλλέγουν όλο και περισσότερα δεδομένα για τις διαδικτυακές μας δραστηριότητες.
gather [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fruit, flowers: pick)μαζεύω ρ μ
  (μεταφορικά)κόβω ρ μ
 I gathered a few wild strawberries to eat.
 Έκοψα μερικές άγριες φράουλες για να φάω.
gather [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (crops: harvest)μαζεύω ρ μ
 They gathered the potatoes by hand.
 Μάζεψαν τις πατάτες με το χέρι.
gather [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (understand)αντιλαμβάνομαι ρ μ
  καταλαβαίνω ρ μ
  συμπεραίνω ρ μ
 I gather you're not interested in going out tonight.
 Καταλαβαίνω ότι δεν θέλεις να βγεις απόψε.
gather viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (assemble)μαζεύομαι ρ αμ
  συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι ρ αμ
  (καθομ, λογοτεχνία)συνάζομαι ρ αμ
 The people gathered for the ceremony.
 Ο κόσμος συγκεντρώθηκε για την τελετή.
gather that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (understand) (ότι, πως)αντιλαμβάνομαι ρ μ
  καταλαβαίνω ρ μ
  συμπεραίνω ρ μ
 I gather that you've decided to resign from your post.
 Αντιλαμβάνομαι ότι αποφάσισες να παραιτηθείς από τη θέση σου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gather viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (accumulate)μαζεύομαι ρ αμ
  συγκεντρώνομαι, συσσωρεύομαι ρ αμ
 You could see the clouds gathering before the storm.
gather [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assemble)μαζεύω ρ μ
  συγκεντρώνω ρ μ
  (επίσημο)συναθροίζω ρ μ
  (λογοτεχνία)συνάζω ρ μ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται σύχνα η παθητική φωνή: μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι, συνάζομαι.
 Gather the people together so we can begin the musical program.
 Μάζεψε τους, για να αρχίσουμε το μουσικό πρόγραμμα.
 Συγκέντρωσε τους, για να αρχίσουμε το μουσικό πρόγραμμα.
 This sentence is not a translation of the original sentence.Τα μέλη του κόμματος συναθροίστηκαν, για να παρακολουθήσουν την ομιλία.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Όλα τα ξωτικά συνάχτηκαν στο δάσος.
gather [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (embrace)αγκαλιάζω ρ μ
 Gather your children close to you.
gather [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (fabric: pull together)μαζεύω ρ μ
  σουρώνω ρ μ
 She gathered the fabric at the waistband.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
gathering place nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place to get together)τόπος συγκέντρωσης φρ ως ουσ αρσ
  σημείο συγκέντρωσης φρ ως ουσ αρσ
 The market square was a gathering place for local people every Saturday.
intelligence gathering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (espionage, collecting secret information) (αντικατασκοπεία)συλλογή πληροφοριών περίφρ
social gathering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (party, get-together)συγκέντρωση ουσ θηλ
 Sue is a shy person who often feels uncomfortable at social gatherings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
collect your thoughts,
gather your thoughts
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (compose yourself)συγκεντρώνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμενη)μαζεύω τα μυαλά μου έκφρ
 He collected his thoughts before he started speaking.
gather evidence vtr + n (collect proof) (αποδείξεις)συγκεντρώνω στοιχεία, μαζεύω στοιχεία, συλλέγω στοιχεία περίφρ
 The sheriff left without gathering any evidence from the crime scene.
gather in [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (harvest)συγκεντρώνω, μαζεύω ρ μ
 The farmers were busy gathering in the sheaves.
gather momentum vtr + n figurative (pick up speed and strength)επιταχύνομαι ρ αμ
  σημειώνω πρόοδο ρ έκφρ
  αποκτώ νέα ώθηση περίφρ
gather round,
US: gather around
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
(congregate)συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι ρ αμ
 Gather round everybody! Richard has something to say!
gather speed vtr + n (get faster)αυξάνω ταχύτητα, ανεβάζω ταχύτητα περίφρ
 His bike began to gather speed as he rode down the hill.
gather together vi + adv (form a group)συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μαζεύομαι ρ αμ
gather [sth] together vtr + adv (make a collection)συγκεντρώνω, συναθροίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μαζεύω ρ μ
gather [sth] up vtr + adv (collect)συγκεντρώνω, μαζεύω ρ μ
 Gather up all the toys and put them in their correct place.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gathering' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a good gathering place, are having a small gathering on [Thursday], a [private, family, small] gathering , more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gathering στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gathering'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης