gauge

 /geɪdʒ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for measurement) (για μέτρηση)πρότυπο μέτρο ουσ ουδ
  (συσκευή)μετρητής ουσ αρσ
gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gun) (όπλο)(πρότυπο) διαμέτρημα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)καλίμπρα ουσ θηλ
gauge vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (estimate)εκτιμώ, υπολογίζω ρ μ
gauge vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (measure with gauge)μετράω επακριβώς έκφρ
Σχόλιο: μετράω: επίσης: μετρώ (συνηρ.)
 
Επιπλέον μεταφράσεις
gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trains) (τρένα)εύρος σιδηροτροχιών, μετατρόχιο ουσ ουδ
gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wire) (σύρμα)διάμετρος σύρματος ουσ θηλ
gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sheet metal) (φύλλου ή ελάσματος)πάχος ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
gage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greengage plum) (δαμάσκηνο ή κορόμηλο)μπουρνέλα ουσ θηλ
  (κίτρινο κορόμηλο)τζάνερο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
gauge | gage
dial gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measuring instrument)ρολόι μετρήσεων ουσ ουδ
 Before the digital revolution most of us relied on dial gauges to measure the air pressure in our automobile tires.
hard to gauge adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (difficult to measure or judge)δύσκολος να υπολογιστεί περίφρ
  (για μετρήσιμο μέγεθος)δύσκολος να μετρηθεί περίφρ
 Because it is hard to gauge the depth of the water, it is dangerous to dive in.
narrow gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (narrow railway track)σιδηροτροχιές μειωμένου εύρους ουσ θηλ πλ
 The trains in Lithuania run on a narrow gauge.
pressure gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (instrument: measures pressure)μανόμετρο, πιεσόμετρο ουσ ουδ
 Check the pressure gauge to make sure the tires are full.
 Έλεγξε με το πιεσόμετρο για να δεις αν τα λάστιχα χρειάζονται αέρα.
standard gauge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (normal width of railway track)κοινό πλάτος/εύρος ράγας έκφρ
tire gauge,
UK: tyre gauge
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (device: measures tyre pressure)πιεσόμετρο ουσ ουδ
 The tire gauge showed that the tires were under-inflated.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'gauge' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gauge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gauge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης