gentlewoman

 /ˈdʒɛntəlˌwʊmən/


For the noun: gentlewoman
Plural form: gentlewomen

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
gentlewoman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical, obsolete (educated lady)ευγενής κυρία επίθ + ουσ θηλ
  ευγενής επίθ ως ουσ θηλ
  (παλαιό)κυρία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gentlewoman στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gentlewoman'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: funny | dent

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.