gerontology


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
gerontology nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scientific study of old age) (μελέτη τρίτης ηλικίας)γεροντολογία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gerontology στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gerontology'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης