glassy

SpeakerListen:
 /ˈglɑːsɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
glassy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (clear like glass)διαφανής, διάφανος επίθ
  (μεταφορικά)κρυστάλλινος επίθ
glassy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (expression, eyes: lifeless) (έκφραση, μάτια)απλανής, ανέκφραστος, άψυχος επίθ
 Joseph's eyes were glassy from fever.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'glassy' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση glassy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'glassy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης