glaze

 /gleɪz/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
glaze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (food: top with sugar) (μαγειρική)γκλασάρω ρ μ
 Tom glazed the cinnamon roll with sugar.
glaze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (eyes) (μάτια)γυαλίζω ρ αμ
glaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pastry: egg coating)άλλειμα με αυγό περίφρ
 Jim brushed some glaze on the rolls.
glaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: sugary coating) (μαγειρική)γκλάσο, γλασάρισμα ουσ ουδ
 The pumpkin bread had a sugar glaze on it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'glaze' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση glaze στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'glaze'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης