glazing

SpeakerListen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
glazing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fitting glass, windows)τοποθέτηση τζαμιών ουσ θηλ
 The building is still under construction, and the glazing will be installed soon.
glazing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (art: painting thinly) (ζωγραφική)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The artist applied a glazing of veneer to the painting when he was finished.
glazing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ceramics: applying glaze) (κεραμικά)σμάλτωμα ουσ ουδ
 The final step before firing is the glazing of the pot.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
glazing agent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (substance used to varnish)στιλβωτικό ουσ ουδ
  υλικό γλασαρίσματος περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση glazing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'glazing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης