glazing

Listen:
 /ˈɡleɪzɪŋ/


Του ρήματος: "to glaze"

Present Participle: glazing
In this page: glazing; glaze

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
glazing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fitting glass, windows)τοποθέτηση τζαμιών περίφρ
  τοποθέτηση υαλοπινάκων περίφρ
 The building is still under construction, and the glazing will be installed soon.
glazing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (art: painting thinly)επισμάλτωση ουσ θηλ
 The artist applied a glazing of veneer to the painting when he was finished.
glazing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ceramics: applying glaze) (κεραμικά)σμάλτωμα ουσ ουδ
 The final step before firing is the glazing of the pot.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
glaze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pastry: apply egg)αλείφω με αυγό περίφρ
 The baker glazed the dough with an egg wash.
glaze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (food: top with sugar) (μαγειρική)γλασάρω ρ μ
 Tom glazed the cinnamon roll with sugar.
glaze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (window: fit glass)τοποθετώ τζάμι σε κτ περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Kate glazed the old single-pane window with some pretty stained glass.
glaze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ceramics: add shiny coating)επισμαλτώνω ρ μ
 Brian glazed the ceramic teapot that he made in his pottery class.
glaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pastry: egg coating) (χτυπημένο)αυγό, αβγό ουσ ουδ
 Jim brushed some glaze on the rolls.
glaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: sugary coating)γλάσο ουσ ουδ
 The pumpkin bread had a sugar glaze on it.
glaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ceramics: shiny coating)σμάλτο ουσ ουδ
 The children painted the ceramics with a brightly colored glaze.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
glazing | glaze
EnglishGreek
glazing agent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (substance used to varnish)στιλβωτικό ουσ ουδ
  υλικό γλασαρίσματος περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση glazing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'glazing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.