Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


gone:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

Σχετικά με το ρήμα: "to go"
Αόριστος went
Παθητική Μετοχή gone
go  gone  
go: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
govi (proceed to)πηγαίνω ρ.αμ.
Note: επίσης: πάω (καθομιλουμένη)
I'm going to London this summer.
Θα πάω στο Λονδίνο το καλοκαίρι.
govi (leave) αποχωρώφεύγω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηπηγαίνω ρ.αμ.
Note: πηγαίνω: σε αυτήν την περίπτωση, με εξακολουθητικούς χρόνους.
You'd better go. It's getting late.
Καλύτερα να φύγεις. Είναι αργά.
Καλύτερα να πηγαίνεις. Είναι αργά.
govi (turn out, pass)πηγαίνω ρ.αμ.
The wedding went very well, thank you.
Ο γάμος πήγε πολύ καλά, ευχαριστώ.
govi (become)η μετάφραση δεν είναι διαθέσιμη
Note: Δεν έχει αντιστοιχία
I think I'm going crazy.
govi (act in a given way)η μετάφραση δεν είναι διαθέσιμη
Note: Δεν έχει αντιστοιχία
They went wild when they heard the news.
govi (lead to)οδηγώ ρ.μετ.
 καθομιλουμένηπηγαίνω ρ.αμ.
Note: πηγαίνω: επίσης: πάω (καθομιλουμένη)
These stairs go to the attic.
Αυτές οι σκάλες οδηγούν στη σοφίτα.
Αυτές οι σκάλες πάνε στη σοφίτα.
govi (extend) εκτείνομαιφτάνω ρ.αμ.
Our property goes all the way down to the river.
Το κτήμα μας φτάνει μέχρι κάτω στο ποτάμι.
govi (time: pass) χρόνοςφεύγω ρ.αμ.
 περνάω ρ.αμ.
Note: περνάω: επίσης: περνώ (συνηρ.)
Weekends go really fast.
Τα Σαββατοκύριακα φεύγουν πολύ γρήγορα.
Τα Σαββατοκύριακα περνούν πολύ γρήγορα.
to govi (remaining) περισσεύωμένω ρ.αμ.
We still have ten miles to go.
Μας μένουν δέκα μίλια ακόμα.
going tov aux (future) μέλλοντας, θαπρόκειται να ρ.μετ.απρ.
I am going to be a doctor.
Πρόκειται να γίνω γιατρός.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "go".
Σύνθετοι Τύποι:
easy come, easy goexpr informal (sth easy to get is quickly lost, consumed)ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα έκφρ.
get up and gon slang (energy, motivation) ενέργεια, κίνητροπαίρνω φόρα έκφρ.
get up and govi (stand up and leave)σηκώνομαι και φεύγω έκφρ.
go bustn (company) εταιρίαπτωχεύω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηφαλίρω, φαλιρίζω ρ.αμ.
no gon (complete failure) αποτυχία, ακύρωση, καθομιλουμένηάκυρος επίθ.
not go forvtr informal (not choose, not opt for)δεν προτιμώ ρ.μετ.
not go forvtr informal (not try to attain)δε μου αρέσει, δε με ελκύει ρ.απρ.
on the goadv informal (moving) ενώ είμαι σε κίνησηεν κινήσει, σε κίνηση εμπρ.

gone: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
gonev past p (past participle of go)πάει απαρ.
He had not gone to the dentist for some time.
Δεν είχε πάει στο γιατρό για πολύ καιρό.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "gone".
Σύνθετοι Τύποι:
dead and goneadj (dead, deceased)νεκρός, πεθαμένος επίθ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'gone' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad