google

Listen:
 /ˈɡuːɡəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
Google [sth],
google [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
® (search the internet for) (καθομ, εμπορικό σήμα)γκουγκλάρω ρ μ
  ψάχνω κτ στο Ίντερνετ περίφρ
Σχόλιο: As a registered trademark, “Google” should be capitalized, but it is sometimes not capitalized in informal communication.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση google στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'google'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ clog

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης