granddaughter

Listen:
 /ˈɡrænˌdɔːtə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
granddaughter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female child of your son or daughter)εγγονή ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, παλαιό)εγγόνα ουσ θηλ
 Alice's first granddaughter arrived a week before her 80th birthday.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'granddaughter' found in these entries
In the English description:
Collocations: have [four] granddaughters, granddaughters and grandsons, my first granddaughter!, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση granddaughter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'granddaughter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: cheer | flick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.