grate

Listen:
 /ɡreɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
grate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (teeth: grind)τρίζω ρ μ
 Jenna always grates her teeth together when she's mad.
grate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (scraping sound)τρίζω ρ αμ
 The trash can grated as James dragged it to the street.
grate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (be annoying)γίνομαι εκνευριστικός ρ έκφρ
  (καθομ, μεταφορικά: κάποιου ή σε κάποιον)σπάω τα νεύρα έκφρ
 The teacher had been talking for an hour, and her high-pitched voice was starting to grate.
grate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cheese, carrot: cut into shavings)τρίβω ρ μ
 Kelsey always grates cheese onto her salad.
grate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (covering hole) (υπονόμου)σχάρα ουσ θηλ
 Cities with more rain always have more grates in the sidewalks than out here in the desert.
grate on [sb],
grate with [sb]
vi + prep
figurative (annoy [sb](κάποιον)εκνευρίζω ρ μ
  (καθομ, μεταφορικά: κάποιου ή σε κάποιον)σπάω τα νεύρα έκφρ
 After a while, Laura's whining voice started to grate on Hanna. Incorrect use of grammar really grates with me.
grate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fireplace) (εξάρτημα τζακιού)σχάρα ουσ θηλ
  (πιο απλά)τζάκι ουσ ουδ
 Anne's dad built a fire in the grate to heat up the house.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
fireplace grate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (metal bars on a hearth)σχάρα τζακιού φρ ως ουσ θηλ
grate a bit v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be slightly irritating)είμαι ελαφρώς εκνευριστικός ρ έκφρ
  είμαι ενοχλητικός ρ έκφρ
 After listening to him for an hour, his voice began to grate a bit.
grate on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (irritate)εκνευρίζω ρ μ
  (καθομ, μτφ: σε κπ)σπάω τα νεύρα φρ
  μου τη δίνει, μου τη σπάει φρ
  μου χτυπάει στα νεύρα, μου τη δίνει στα νεύρα φρ
 Her constant complaining grates on me.
 Τα συνεχή παράπονά του με εκνευρίζουν.
 Τα συνεχή παράπονά του μου σπάνε τα νεύρα.
 Τα συνεχή παράπονά του μου τη δίνουν.
 Τα συνεχή παράπονά του μου χτυπάνε στα νεύρα.
shred [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US (grate: cheese, vegetables)τρίβω ρ μ
 Shred the carrots and put them in a bowl with the dressing.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'grate' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'grate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.