grill

Listen:
 [ˈgrɪl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appliance)ψησταριά ουσ θηλ
  (ηλεκτρικό, στον φούρνο)γκριλ ουσ ουδ άκλ
 Fred bought a brand new grill for this summer's cookout.
 Ο Φρεντ αγόρασε μια ολοκαίνουργια ψησταριά για το φετινό καλοκαιρινό μπάρμπεκιου.
grill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (restaurant) (μεταφορικά)ψησταριά ουσ θηλ
  ψητοπωλείο ουσ ουδ
 Jean took her friend down to the local grill to enjoy some of their amazing meats.
 Η Τζην πήγε τη φίλη της στην τοπική ψησταριά για να απολαύσουν μερικά από τα απίστευτα κρέατά τους.
grill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grate)σχάρα ουσ θηλ
 The grill over the fan had gathered a lot of dust over the years.
 Η σχάρα πάνω από τον ανεμιστήρα είχε μαζέψει πάρα πολλή σκόνη με τα χρόνια.
grill [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US (cook directly over heat source)ψήνω ρ μ
 Joe liked to invite his friends over to grill steaks, drink, and relax in his backyard.
 Στον Τζο άρεσε να προσκαλεί τους φίλους του και να ψήνουν μπριζόλες, να πίνουν και να χαλαρώνουν στην πίσω αυλή του.
grill [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (broil: cook directly under heat source)ψήνω ρ μ
  βάζω στο γκριλ περίφρ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (car part)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The grill on the front of the car was full of dead bugs.
grill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (on stove)σχάρα ουσ θηλ
 Lacking a back yard Paul had a stove top grill to cook his steak on.
grill [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal, figurative (interrogate) (κυριολεκτικά, μεταφορικά)ανακρίνω ρ μ
 The police grilled their suspect for hours.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: grill [tongs, accessories, forks], the grill [flames, settings, temperature], a [gas, propane, charcoal, portable] grill, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grill στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'grill'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης