grown-up

Listen:
 noun: [ˈgrəʊnʌp], adjective: [ˈgrəʊnʌp] [ˌgrəʊnˈʌp]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grown-up,
grown up
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(adult, mature)που με κάνει να δείχνω ώριμος, που με κάνει να δείχνω μεγάλος περίφρ
  (καθομ: αρνητική σημασία)μεγαλίστικος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 The little girl thought it was very grown-up to wear lipstick.
 Το κοριτσάκι πίστευε ότι φορώντας κραγιόν θα έδειχνε μεγάλη.
grown-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adult person) (καθομιλουμένη, μτφ)μεγάλος επίθ ως ουσ
  ενήλικας ουσ αρσ
 It's a movie for grown-ups; it's certainly not for children.
 Είναι ταινία για μεγάλους, σε καμία περίπτωση δεν κάνει για παιδιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grown-up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grown-up στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'grown-up'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: full | neat

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης