guess

Listen:
 [ˈgɛs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
guess viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (estimate without knowledge)μαντεύω ρ αμ
  κάνω υπόθεση, κάνω εικασία περίφρ
  εικάζω ρ αμ
 He didn't know the answer, so he just guessed.
 Δεν ήξερε την απάντηση, κι έτσι απλά μάντεψε.
guess vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (find by guessing)μαντεύω ρ μ
 He finally guessed the correct number of sweets in the jar.
 Τελικά μάντεψε τον σωστό αριθμό των γλυκών στο βάζο.
guess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (estimate without knowledge)εικασία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μαντεψιά ουσ θηλ
 Her guess was wrong because there were over a hundred people in the room.
 Η εικασία της ήταν λανθασμένη, γιατί υπήρχαν πάνω από εκατό άτομα στο δωμάτιο.
 Η μαντεψιά της ήταν λανθασμένη, γιατί υπήρχαν πάνω από εκατό άτομα στο δωμάτιο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
guess vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (estimate without knowledge)υπολογίζω, εκτιμώ ρ μ
  νομίζω ρ μ
  (επίσημο)εικάζω ρ μ
 I guess that there are fifty people in the room.
guess vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (suppose)υποθέτω, εκτιμώ ρ μ
 I guess he wants to go camping, but I'm not sure.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blind guess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uneducated estimate)στην τύχη φρ ως επίρ
  τυχαίος επίθ
 I'll take a blind guess and say she is about forty years old.
bold guess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (leap of faith)τολμηρή εικασία επίθ + ουσ θηλ
educated guess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (informed estimate)εµπεριστατωµένη εικασία επίθ + ουσ θηλ
  εικασία με βάση στοιχεία περίφρ
 To make an educated guess, I think it will cost about half a million.
guess right viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (answer correctly by chance)μαντεύω σωστά ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)βρίσκω στην τύχη έκφρ
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το ήξερες ή απλά μάντεψες σωστά;
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το ήξερες ή το βρήκες στην τύχη;
guess what interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (used to announce news)δεν θα το πιστέψεις, μάντεψε επιφ
 Guess what, I got the job!
hazard a guess v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (guess) (λόγιος)αποτολμώ μια εικασία, ρισκάρω μια εικασία έκφρ
  ρισκάρω να μαντέψω, τολμώ να μαντέψω περίφρ
 If all else fails, then you'll just have to hazard a guess.
I guess informal (I suppose)μάλλον, ίσως, μπορεί επίρ
 I guess you're right. As we can't disprove that he stayed in all day, I guess we will just have to take his word for it.
 Μάλλον (or: Ίσως) έχεις δίκιο. Αφού δεν μπορούμε να διαψεύσουμε ότι έμεινε μέσα όλη μέρα, μάλλον θα πρέπει να βασιστούμε στα λόγια του.
rough guess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uneducated estimate)πρόχειρη εκτίμηση, χοντρική εκτίμηση επίθ + ουσ θηλ
 I'd say the town's population is 75,000 - but that's just a rough guess.
take a wild guess v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make an uneducated estimate)μάντεψε ρ μ
Σχόλιο: προστακτική β ενικού προσώπου
 I've no idea how many beans are in the jar, but I'll take a wild guess and say 5000.
venture a guess v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (guess)τολμώ να μαντέψω περίφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω μια μαντεψιά περίφρ
  (με μεγαλύτερη σιγουριά)κάνω μια υπόθεση περίφρ
 Anyone who ventures a guess will be awarded a prize.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'guess' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: guess what?, a [rough, calculated, quick] guess, guess what [happened, I saw, I did], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση guess στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'guess'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: full | neat

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης