harpoon

 /hɑːˈpuːn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
harpoon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spear used for killing whales) (για φάλαινες)αλιευτικό καμάκι ουσ ουδ
 We saw an antique harpoon at the museum that was used to hunt whales.
harpoon [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spear with a harpoon)καμακώνω ρ μ
 The fisherman tried to harpoon the whale, but it escaped.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'harpoon' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση harpoon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'harpoon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης