hatch

Listen:
 [ˈhætʃ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hatch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (animals from eggs)εκκολάπτομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)βγαίνω από το αυγό περίφρ
 Peter watched the chickens hatch out of their eggs.
 Ο Πήτερ παρακολουθούσε τα κοτόπουλα να βγαίνουν από τα αυγά τους.
hatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (covering)καταπακτή ουσ θηλ
 Larry closed the hatch when the storm came. The sailor opened the hatch and came up from below deck.
 Ο Λάρυ έκλεισε την καταπακτή όταν ήρθε καταιγίδα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animals from eggs)εκκόλαψη ουσ θηλ
 Sometimes you need to assist a chick during a hatch to make sure it can break the egg.
hatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hatch mark)γραμμοσκίαση ουσ θηλ
  (σε γλυπτό)χαρακιά ουσ θηλ
 Holly used hatches to add shading to the engraving.
hatch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hen)κλωσάω, κλωσώ ρ μ
 The hen didn't eat much while she was hatching her eggs.
hatch vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drawing, engraving)σχεδιάζω ρ μ
  (σε γλυπτό)χαράσσω ρ μ
  (πιο γενικά)φτιάχνω ρ μ
 Tim hatched thin parallel lines to create a shading effect on his woodcut.
hatch vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make a plot)καταστρώνω ρ μ
  (μεταφορικά)υφαίνω ρ μ
 The conspirators hatched a plot to overthrow the government.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
down the hatch interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (drinks toast)άσπρο πάτο επιφ
escape hatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (door to an emergency exit)έξοδος κινδύνου ουσ θηλ
 Submarines usually have only one escape hatch; it is also the way in.
hatch a plan,
hatch out a plan
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(plot, devise a plot)καταστρώνω σχέδιο έκφρ
 We will have to hatch a plan to sort this out.
hatch out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (be hatched from an egg)εκκολάπτομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)βγαίνω από το αυγό περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hatch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [close, open] the hatch covers, alright, down the hatch!, better batten down the hatches, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hatch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hatch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: sly | lush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης