hate

Listen:
 [ˈheɪt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hate vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (detest)μισώ, σιχαίνομαι ρ μ
  (επίσημο)απεχθάνομαι ρ μ
 I hate that film because it's so violent.
 Τη μισώ (or: σιχαίνομαι) αυτή την ταινία επειδή έχει πολλή βία.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Απεχθάνομαι τους ψεύτες.
hate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hatred)μίσος ουσ ουδ
  (επίσημο)απέχθεια ουσ θηλ
  έχθρα ουσ θηλ
 There's too much hate in this world.
 Υπάρχει υπερβολικό μίσος σε αυτόν τον κόσμο.
hate to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be unwilling)λυπάμαι ρ αμ
  δε μου αρέσει, δεν μου είναι ευχάριστο περίφρ
 I hate to have to tell you this, but she's gone.
 Λυπάμαι που πρέπει να σου το πω, αλλά έφυγε.
hate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (feel extreme aversion)μισώ ρ αμ
 It is better to love than to hate.
 Είναι καλύτερο να αγαπάς παρά να μισείς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
full of hate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (intensely hostile)εχθρικός επίθ
 She is so full of hate that it has made her psychotic.
hate crime nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (illegal act of hostility)πράξη βίας ουσ θηλ
 Since the defendant attacked the victim because of his race, the court ruled it a hate crime.
hate speech nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (speech inciting hatred)έκφραση/δήλωση μίσους περίφρ
I hate you interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (I dislike you intensely)σε μισώ περίφρ
 This is not love! I hate you!
 Αυτό δεν είναι αγάπη! Σε μισώ!
pet peeve (US),
pet hate (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal ([sth] disliked intensely)απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι ρ μ
  το χειρότερο μου περίφρ
  (κατά λέξη)αυτό που μισώ, αυτό που σιχαίνομαι
 Answering the phone is one of my pet hates.
 Απεχθάνομαι να σηκώνω το τηλέφωνο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το να περπατάω στη βροχή και να μπαίνει νερό στα παπούτσια μου είναι από τα χειρότερά μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: I hate you, [unfounded, unreasonable, unchecked, intense, irrational] hate, is hate speech, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης