hath

Listen:
 [hæθ]


Σε αυτή τη σελίδα: hath, have

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hath v presentverb, present tense: Describes actions in present--for example, "I sing." "She sings." archaic (have: 3rd person singular)έχει ρ μ
Σχόλιο: τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος έχω
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (own) (ιδιοκτησία)έχω ρ μ
  (επίσημο)διαθέτω, κατέχω ρ μ
 He has a big house and two cars.
 Έχει ένα μεγάλο σπίτι και δύο αυτοκίνητα.
 Διαθέτει (or: Κατέχει) μια μεγάλη οικία και δύο αυτοκίνητα.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (feature: possess) (χαρακτηριστικό)έχω ρ μ
  (επίσημο)διαθέτω ρ μ
 She has a very strong personality. The program has a delete button.
 Έχει πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το πρόγραμμα έχει κουμπί διαγραφής.
 Διαθέτει πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το πρόγραμμα διαθέτει κουμπί διαγραφής.
have to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (must) (να κάνω κάτι)έχω ρ μ
  πρέπει ρ απρ
 I have to finish my homework.
 Έχω να τελειώσω μια εργασία.
 Πρέπει να τελειώσω μια εργασία.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (suffer from) (υποφέρω από)έχω ρ μ
  (επίσημο)πάσχω ρ αμ
 She has the flu right now.
 Έχει γρίπη τώρα.
 Πάσχει από γρίπη τώρα.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (experience)περνάω, περνώ ρ μ
  κάνω ρ μ
  είμαι ρ αμ
  ζω ρ μ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 My sons are having an adventure in South America.
have [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (children, siblings: be related to)έχω ρ μ
  (παιδί, τέκνο)αποκτώ ρ μ
 They have two daughters and a son.
 Έχουν δύο κόρες και έναν γιο.
 ΄Εχουν αποκτήσει δύο κόρες και έναν γιο.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mentally: have in mind)έχω ρ μ
 She has a lot of plans.
 Έχει πολλά σχέδια.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (obtain)έχω ρ μ
 Could I have another cup of tea, please?
 Μπορώ να έχω άλλο ένα φλιτζάνι τσάι, παρακαλώ;
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (eat, drink) (φαγητό)τρώω ρ μ
  (ποτό)πίνω ρ μ
  (σπανιότερα: φαγητό και ποτό)παίρνω ρ μ
 I had a drink and a biscuit.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έφαγα μια πίτσα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα πιω μια πορτοκαλάδα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πήραμε γερό πρωινό σήμερα για να μας κρατήσει όλη μέρα.
have v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used in perfect tenses)έχω ρ συνδ
Σχόλιο: Συχνά δεν υπάρχει αντιστοιχία, καθώς το νόημα αποδίδεται σε άλλους χρόνους, όπως ενεστώτα ή αόριστο, που δε σχηματίζονται με το βοηθητικό ρήμα «έχω».
 We have won the race. I've been waiting here for hours.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έχω χάσει τα κλειδιά μου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
have viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be wealthy) (μτφ: πλούσιος)έχων μτχ ενεστ
 Those who have don't always understand those who have not.
 Οι έχοντες δεν καταλαβαίνουν πάντα τους μη έχοντες.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive)παίρνω ρ μ
  (επίσημο)λαμβάνω ρ μ
 Have you had your exam results yet?
have [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (have sex with) (καθομ: με κάποιον)πηγαίνω, πάω ρ μ
  (καθομ, υβριστικό, μτφ)παίρνω ρ μ
 He's never had a girl before.
 Δεν έχει πάει ποτέ με γυναίκα.
 Δεν έχει πάρει καμία γυναίκα.
have [sth] done vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrange, cause) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 I need to have my car fixed.
 Πρέπει να πάω να μου φτιάξουν το αμάξι μου.
 Πρέπει να πάω το αμάξι μου για φτιάξιμο.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (permit, allow)επιτρέπω ρ μ
  ανέχομαι ρ μ
 He won't have such behaviour in his presence.
have it,
have it that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(declare, assert)σύμφωνα με περίφρ
  (καθομ: ο θρύλος, ο μύθος)λέω ρ μ
 Legend has it that the lakes are the footprints of a giant.
have [sb] over vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (invite, entertain)καλώ, προσκαλώ ρ μ
  (επίσημο)δέχομαι ρ μ
  (με διανυκτέρευση)φιλοξενώ ρ μ
 We're having his parents over for the holidays.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hath στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hath'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης