hauler

 /ˈhɔːləʳ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
hauler,
UK: haulier
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (truck, lorry)φορτηγό ουσ ουδ
  (το μπροστινό μέρος)τράκτορας ουσ αρσ
 A hauler was parked by the side of the highway.
hauler,
UK: haulier
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (trucker, lorry driver)φορτηγατζής, φορτηγατζού ουσ αρσ, ουσ θηλ
  οδηγός φορτηγού περίφρ
 Richie works as a hauler and frequently drives long distances.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
gear hauler nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (carryall)τσάντα ουσ θηλ
  σάκος ουσ αρσ
  (κατά λέξη)τσάντα μεταφοράς εξοπλισμού περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hauler στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hauler'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ crank

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης