have a strong effect


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
have a strong effect v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make a big impact)έχω μεγάλη επίδραση, έχω σημαντική επίδραση περίφρ
 Bright colors have a strong effect on mood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση have a strong effect στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'have a strong effect'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: promise | hedge

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.