havoc

SpeakerListen:
 /ˈhævək/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
havoc nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chaos)χάος ουσ ουδ άκλ
 The tornado wreaked havoc on the town, nothing was left.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
havoc nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disturbance)αναστάτωση ουσ θηλ
 The funeral procession wreaked havoc on local traffic.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
play havoc with vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bring chaos to)προκαλώ το χάος ρ μ
 The train strike is playing havoc with my travel plans.
wreak havoc v (cause chaos)προκαλώ χάος, πανικό ρ μ
wreak havoc on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make chaotic)ξεσπάω, προκαλώ χάος ρ αμ
Σχόλιο: επίσης ξεσπώ
 Hurricanes wreak havoc on coastal areas.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση havoc στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'havoc'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης