havoc

Listen:
 /ˈhævək/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
havoc nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chaos, disturbance)χάος ουσ ουδ
  χαμός ουσ αρσ
 The tornado caused havoc in the small fishing village.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
play havoc with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (bring chaos to) (σε κτ)προκαλώ το χάος, φέρνω χάος περίφρ
  (καθομιλουμένη: κάτι)κάνω άνω-κάτω φρ
 The train strike is playing havoc with my travel plans.
wreak havoc on [sth],
wreak havoc with [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(make chaotic)προκαλώ χάος σε κτ περίφρ
 Hurricanes wreak havoc on coastal areas. The funeral procession wreaked havoc on local traffic.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση havoc στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'havoc'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: look | tilt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.