heavily

 /ˈhevɪlɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
heavily advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very much) (πάρα πολύ)έντονα επίρ.
heavily advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (excessively)υπερβολικά επίρ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
heavily advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (walk) (περπάτημα)βαριά επίρ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
draw heavily on vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make great use of) (χρησιμοποιώ, μεταφορικά)τραβάω ρ.μετ.
Σχόλιο: τραβάω: επίσης: τραβώ (συνηρ.)
 The apprentice draws heavily on the works of the grand masters for inspiration.
drink heavily viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (consume excessive alcohol) (πίνω υπερβολικά, καθομιλουμένη)μπεκρουλιάζω ρ.αμ.
  τα κοπανάω, τα πίνω έκφρ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'heavily' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heavily στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heavily'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης