hinge

Listen:
 /hɪndʒ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
hinge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (joint in a door frame)μεντεσές ουσ αρσ
 Jake greased the hinge on the door.
hinge on [sth],
hinge upon [sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
(rely, depend on [sth])βασίζομαι σε κτ, εξαρτώμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 The business deal hinges upon securing a loan.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
door hinge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (joint in a door frame)μεντεσές ουσ αρσ
 It squeaks when you open and close it: you need to oil the door hinges.
 Τρίζει όταν την ανοίγεις και την κλείνεις γι' αυτό πρέπει να λαδώσεις τους μεντεσέδες της πόρτας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'hinge' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hinge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hinge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.