hoax

 /həʊks/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
hoax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deception: joke) (αστείο)φάρσα, κασκαρίκα ουσ θηλ
 The blog post about the guy who learned to walk on water was a hoax.
hoax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deception: serious)φάρσα ουσ θηλ
 The story about the massacre was a big hoax.
hoax vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (deceive by hoax)ξεγελάω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κοροϊδεύω ρ μ
Σχόλιο: ξεγελάω: επίσης: ξεγελώ (συνηρ.)
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'hoax' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hoax στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hoax'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης