hoax

SpeakerListen:
 /həʊks/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
hoax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deception: joke)φάρσα ουσ θηλ
 The blog post about the guy who learned to walk on water was a hoax.
hoax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deception: serious)απάτη ουσ ουδ
 The story about the massacre was a big hoax.
hoax [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (deceive by hoax)εξαπατώ ρ μ
  κοροϊδεύω ρ μ
 Fred hoaxes other people all the time, don't take anything he says seriously.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'hoax' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hoax στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hoax'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης