homemaker

SpeakerListen:
UK-RPScot

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
homemaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who runs a household)νοικοκυρά ουσ θηλ
  (λόγιος)οικοκυρά ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'homemaker' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση homemaker στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'homemaker'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης