homemaker

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
homemaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who runs a household)νοικοκυρά ουσ θηλ
  (λόγιος)οικοκυρά ουσ θηλ
 Ellen is a homemaker and sometimes volunteers at the animal shelter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'homemaker' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση homemaker στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'homemaker'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clever | creep

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.