horology

 /hɒˈrɒlədʒɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
horology nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (craft of clock- and watch-making)ωρολογοποιία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'horology' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση horology στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'horology'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.