horseradish

Listen:
 [ˈhɔːrsrædɪʃ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
horseradish nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of mustard plant) (φυτό)χρένο ουσ ουδ
horseradish nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (condiment) (καρύκευμα)χρένο ουσ ουδ
horseradish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (containing horseradish)από χρένο περίφρ
 The steak was served with a delicious horseradish sauce.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'horseradish' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση horseradish στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'horseradish'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: thunder | boom

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης