Listen:
Σχετικά με το ρήμα: "to hurt " Αόριστος hurt Παθητική Μετοχή hurt
hurt :
WordReference English-Greek Dictionary © 2012 Κύριες Μεταφράσεις
hurt adj (injured) τραυματισμένος μτχ.
καθομιλουμένη πληγωμένος, χτυπημένος μτχ.
λαϊκότροπο, ποιητικό λαβωμένος μτχ.
Note : χτυπημένος: επίσης: κτυπημένος. Μετοχές παθητικού παρακειμένου.He got hurt and had to leave the game.
Ο τραυματισμένος παίχτης αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Ο πληγωμένος (or: χτυπημένος) παίχτης αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Ο λαβωμένος παίχτης αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
hurt vtr (injure) τραυματίζω ρ.μετ.
καθομιλουμένη πληγώνω, χτυπάω ρ.μετ.
λαϊκότροπο, ποιητικό λαβώνω ρ.μετ.
Note : χτυπάω: επίσης: χτυπώ (συνηρ.)He hurt his leg and had to leave the game.
Τραυμάτισε το πόδι του και αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Πλήγωσε (or: χτύπησε) το πόδι του και αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Λάβωσε το πόδι του και αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
hurt vi (continued with pain) πονάω ρ.αμ.
Note : πονάω: επίσης: πονώ (συνηρ.), παρατατ.: πονούσα και πόναγαHis leg hurt for two days.
Το πόδι του πονούσε για δυο μέρες.
Report an error
hurt :
WordReference English-Greek Dictionary © 2012 Σύνθετοι Τύποι:
get hurt vi informal (be injured) τραυματίζομαι, χτυπάω ρ.αμ.
It was a minor accident and no-one got hurt.
hurt feelings npl (emotion: let-down or resentment) αγανακτισμένος, απογοητευμένος μτχ.
He's so sensitive, he often has hurt feelings.
hurt yourself vi (suffer accidental injury) χτυπάω, παθαίνω ατύχημα έκφρ.
Don't hurt yourself on the trampoline!
hurt yourself vi (inflict self-harm) αυτοτραυματίζομαι ρ.αμετ.
You hurt yourself by smoking.
Report an error
Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'hurt' στον τίτλο:
In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic
See Google Translate's machine translation of 'hurt'.