Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


hurt:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

Σχετικά με το ρήμα: "to hurt"
Αόριστος hurt
Παθητική Μετοχή hurt

hurt: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
hurtadj (injured)τραυματισμένος μτχ.
 καθομιλουμένηπληγωμένος, χτυπημένος μτχ.
 λαϊκότροπο, ποιητικόλαβωμένος μτχ.
Note: χτυπημένος: επίσης: κτυπημένος. Μετοχές παθητικού παρακειμένου.
He got hurt and had to leave the game.
Ο τραυματισμένος παίχτης αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Ο πληγωμένος (or: χτυπημένος) παίχτης αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Ο λαβωμένος παίχτης αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
hurtvtr (injure)τραυματίζω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηπληγώνω, χτυπάω ρ.μετ.
 λαϊκότροπο, ποιητικόλαβώνω ρ.μετ.
Note: χτυπάω: επίσης: χτυπώ (συνηρ.)
He hurt his leg and had to leave the game.
Τραυμάτισε το πόδι του και αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Πλήγωσε (or: χτύπησε) το πόδι του και αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
Λάβωσε το πόδι του και αναγκάστηκε να βγει από το παιχνίδι.
hurtvi (continued with pain)πονάω ρ.αμ.
Note: πονάω: επίσης: πονώ (συνηρ.), παρατατ.: πονούσα και πόναγα
His leg hurt for two days.
Το πόδι του πονούσε για δυο μέρες.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "hurt".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'hurt' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad