impeachment

Listen:
 [ɪmˈpiːtʃmənt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impeachment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (official: charge of misconduct)κατηγορία ουσ θηλ
 The president's impeachment came as a great shock to the nation.
impeachment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (challenge to validity of [sth])αμφισβήτηση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impeachment στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impeachment'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης