inattentive

Listen:
 /ˌɪnəˈtentɪv/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
inattentive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (who does not watch or listen)απρόσεκτος, αφηρημένος επίθ
 My inattentive father never listened to my stories about school.
inattentive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unobservant, who does not notice)απρόσεκτος, αφηρημένος επίθ
 The inattentive teacher never noticed when her students were asleep.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'inattentive' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inattentive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'inattentive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: task | reek

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.