incredibly

Listen:
 /ɪnˈkredəblɪ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
incredibly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (unbelievably)απίστευτο επίθ ως επίρ
  παραδόξως επίρ
 Incredibly, he said he would take her back after all this.
 Απίστευτο! Είπε ότι θα την δεχτεί πίσω μετά από όλα αυτά.
incredibly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (extremely) (μτφ, εξαιρετικά)απίστευτα επίρ
Σχόλιο: figurative
 We came incredibly close to driving off the cliff.
 Φτάσαμε απίστευτα κοντά στο να πέσουμε με το αμάξι στο γκρεμό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'incredibly' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση incredibly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'incredibly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Word of the Day Holiday Poem Contest

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης