incredibly

 /ɪnˈkredəblɪ/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
incredibly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (unbelievably)απίστευτο επίθ ως επίρ
  παραδόξως επίρ
 Incredibly, he said he would take her back after all this.
 Απίστευτο! Είπε ότι θα την δεχτεί πίσω μετά από όλα αυτά.
incredibly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (extremely) (μτφ, εξαιρετικά)απίστευτα επίρ.
Σχόλιο: figurative
 We came incredibly close to driving off the cliff.
 Φτάσαμε απίστευτα κοντά στο να πέσουμε με το αμάξι στο γκρεμό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'incredibly' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση incredibly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'incredibly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης