Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
individual adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (separate)χωριστός, ξεχωριστός επίθ
  μεμονωμένος επίθ
 Each apartment has its own individual balcony.
 Κάθε διαμέρισμα έχει το δικό του ξεχωριστό (or: χωριστό) μπαλκόνι.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μη βγάζετε συμπεράσματα από μεμονωμένα περιστατικά.
individual nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a single person)άνθρωπος ουσ αρσ
  άτομο ουσ ουδ
 Only one individual turned up at opening time.
 Μόνο ένας άνθρωπος εμφανίστηκε την ώρα του ανοίγματος.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η κοινωνία οφείλει να σέβεται το άτομο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
individual adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (distinctive)ξεχωριστός, ιδιαίτερος επίθ
  προσωπικός επίθ
  χαρακτηριστικός επίθ
 The painter has a very individual brush style.
individual adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of a single person)ατομικός, ξεχωριστός, προσωπικός επίθ
 Each employee has an individual locker.
individual adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (for use by one person)ατομικός επίθ
 An individual serving of apple pie was not enough for him.
individual nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person)άτομο ουσ ουδ
 She is an odd individual.
individual nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distinct entity)ανεξάρτητο άτομο επίθ + ουσ ουδ
  ξεχωριστή περίπτωση, ιδιαίτερη περίπτωση επίθ + ουσ θηλ
 Each member of the choir was treated as an individual.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
individual liberty nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal freedom or rights)ατομικά δικαιώματα, προσωπικές ελευθερίες έκφρ
 Monitoring people's telephone calls is an infringement of individual liberty.
individual responsibility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal or civic duty)ατομικό καθήκον, δημόσιο καθήκον έκφρ
 We all have an individual responsibility to recycle our rubbish.
individual retirement account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (personal pension fund)ατομικός λογαριασμός ασφάλισης περίφρ
 Individual retirement accounts let you save without paying income taxes until after you retire.
individual study nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (self-directed learning)ατομική εκπαίδευση, ατομική διδασκαλία επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'individuals' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση individuals στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'individuals'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.