Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
investigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (research, study)έρευνα ουσ θηλ
  μελέτη ουσ θηλ
 Our investigations into the disease show that it is genetic.
 Οι έρευνές μας έδειξαν ότι η ασθένεια είναι γενετική.
investigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (police enquiry)έρευνα ουσ θηλ
 The investigation turned up two new witnesses.
 Η έρευνα αποκάλυψε δυο νέους μάρτυρες.
investigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (medical tests)εξέταση ουσ θηλ
 The investigation showed the patient had a tumor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
criminal investigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (police research into a crime)αστυνομική έρευνα ουσ θηλ
 The police are conducting a criminal investigation into the woman's death.
FBI nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, acronym (Federal Bureau of Investigation)FBI ουσ ουδ ακλ
 Warren works for the FBI and isn't allowed to discuss his work.
follow-up investigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (supplementary police enquiry)συμπληρωματική έρευνα επίθ + ουσ θηλ
medical investigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (forensic examination)ιατροδικαστική εξέταση, ιατροδικαστική έρευνα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'investigations' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση investigations στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'investigations'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.