invigilate

 /ɪnˈvɪdʒɪˌleɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
invigilate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." UK (supervise at an exam)επιβλέπω, επιτηρώ ρ αμ
  κάνω επιτήρηση περίφρ
 As the students are tested, someone needs to invigilate.
invigilate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (keep watch)φυλάω σκοπιά περίφρ
 In case the criminal returns, I need two people to invigilate.
invigilate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (supervise: an exam)επιβλέπω, επιτηρώ ρ μ
 The teacher invigilated the students as they took the final exam.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση invigilate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'invigilate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.