itch

Listen:
 /ɪtʃ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
itch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (skin irritation)φαγούρα ουσ θηλ
  (επίσημο: ιατρική)κνησμός ουσ αρσ
 Kyle had an itch where the mosquito bit him.
itch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (skin, rash, wound: be itchy)προκαλώ φαγούρα περίφρ
  (καθομιλουμένη)με φαγουρίζει, με ξύνει φρ
  (ανεπίσημο, μτφ)με τρώει φρ
 The rash itched terribly.
itch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (clothing, fabric: irritate)προκαλώ φαγούρα περίφρ
  (καθομιλουμένη)με φαγουρίζει, με ξύνει φρ
  (ανεπίσημο, μτφ)με τρώει φρ
 Sarah's new shirt was rough and itched uncomfortably.
itch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (feel skin irritation)έχω φαγούρα ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)ξύνομαι ρ αμ
 This chickenpox is driving me crazy; I itch all over.
itch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause irritation) (σε κτ)προκαλώ φαγούρα περίφρ
  (καθομιλουμένη)με φαγουρίζει, με ξύνει φρ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)με τρώει φρ
 This woolen sweater is itching my back.
itch for [sth] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be impatient for)ανυπομονώ ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)δεν κρατιέμαι φρ
  (καθομιλουμένη)περιμένω πώς και πώς φρ
 I'm itching for the summer holidays to start!
itch to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be impatient to) (καθομιλουμένη, μτφ: να κάνω κτ)δεν κρατιέμαι φρ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά: να κάνω κτ)τρώγομαι ρ αμ
 I'm itching to tell you the gossip about Mandy ...
itch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (desire)λαχτάρα, επιθυμία ουσ θηλ
  πόθος ουσ αρσ
  (ανεπ, μτφ: να κάνω κτ)με τρώει έκφρ
  (ανεπ, μτφ: να κάνω κτ)τρώγομαι ρ αμ
 Peter felt the itch to go traveling.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
itch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (scratch)ξύνω ρ μ
 Jim itched the rash on his arm constantly, and it kept getting worse.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
jock itch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (genital infection)δερματοφυτίαση ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος αργκό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'itch' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση itch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'itch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.