jogging

Listen:
 [ˈdʒɒgɪŋ]


Του ρήματος: "to jog"

Present Participle: jogging

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jogging nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport)τζόκινγκ ουσ ουδ άκλ
  τρέξιμο ουσ ουδ
 Sarah didn't like going to the gym so she took up jogging.
 Στη Σάρα δεν άρεσε το γυμναστήριο, γι' αυτό ξεκίνησε τρέξιμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jog viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (run slowly)κάνω τζόκινγκ περίφρ
  πάω για τρέξιμο, βγαίνω για τρέξιμο περίφρ
  τρέχω ρ αμ
  (όχι ως γυμναστική)τρέχω αργά ρ αμ + επίρ
 Peter was tired, so he jogged along slowly.
 Ο Πήτερ ήταν κουρασμένος και έτσι έτρεχε αργά.
jog [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (nudge, shake)κουνάω, κουνώ ρ μ
  χτυπάω, χτυπώ ρ μ
 Ian jogged the horse's reins to get it to start moving.
 Ο Ίαν κουνούσε τα χαλινάρια του αλόγου για να το κάνει να αρχίσει να κινείται.
jog [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (memory) (μεταφορικά: μνήμη)φρεσκάρω ρ μ
  (μεταφορικά: αναμνήσεις)ξυπνάω, ξυπνώ ρ μ
 Seth tried to retrace his steps to jog his memory.
 Ο Σεθ προσπαθούσε να θυμηθεί τα βήματά του για να φρεσκάρει τη μνήμη του.
jog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slow run)τζόκινγκ ουσ ουδ άκλ
  τρέξιμο ουσ ουδ
 Amanda decided to go for a jog this morning.
 Η Αμάντα αποφάσισε να πάει για τζόκινγκ σήμερα το πρωί.
jog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nudge)σκούντημα ουσ ουδ
 Kyle's jog to his little brother's shoulder prompted him.
 Το σκούντημα του Κάιλ στον ώμο του μικρού του αδελφού τον κινητοποίησε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
jog on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK, slang (go away) (αργκό)την κάνω έκφρ
  (αργκό)τσακίζομαι ρ αμ
 A strange bloke tried to chat me up, but I told him to jog on.
jog on! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK, slang (go away!) (αργκό)κάν' την!, τσακίσου! επιφ
  φύγε από δω! έκφρ
 I've heard enough of your opinions for one day. Jog on!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'jogging' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: go jogging around the [block, track, neighborhood, town], go jogging [on, along, by] the beach, go jogging [in the gym, on the treadmill], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση jogging στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'jogging'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης