judo

Listen:
 [ˈdʒuːdəʊ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
judo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (martial art of self-defence)τζούντο ουσ ουδ
Σχόλιο: τζούντο: ξενικό, άκλιτο
 Javier hurt his back while practicing judo.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
judo belt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (band worn by judo artist indicating rank)ζώνη τζούντο έκφρ
 A judo belt is a sash worn at the waist.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'judo' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση judo στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'judo'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης