keeper

Listen:
 /ˈkiːpə/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (custodian of [sth])φύλακας ουσ αρσ/θηλ
 Pam was the keeper of the grounds at the school.
keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]'s guardian or carer)κηδεμόνας ουσ αρσ/θηλ
  προστάτης, προστάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Tom was his grandmother's keeper in her final years.
keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (football, soccer: goalkeeper)τερματοφύλακας ουσ αρσ/θηλ
  (καθομ, αθλητική ζαργκόν)γκολκίπερ ουσ αρσ/θηλ άκλ
 Seth is a goalkeeper for his team.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth], [sb] worth keeping) (καθομιλουμένη)κελεπούρι ουσ ουδ
  που αξίζει περίφρ
  που αξίζει να τον κρατήσεις περίφρ
 Amy knew right away that her new boyfriend was a keeper.
keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fish large enough by law for catching)ψάρι επιτρεπτού μεγέθους σύμφωνα με το νόμο για το ψάρεμα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The fisherman caught a lot of fish, but none of them were keepers.
 Ο ψαράς έπιασε αρκετά ψάρια, κανένα από αυτά όμως δεν ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να το κρατήσει.
keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (holder of [sth])φύλακας ουσ αρσ/θηλ
 Ben acted as the keeper of all the family's valuables.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
horse keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: tends horses)ιπποκόμος ουσ αρσ
peace-keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (force or presence preventing conflict)ειρηνευτική δύναμη φρ ως ουσ θηλ
  ειρηνευτική αποστολή φρ ως ουσ θηλ
Swan Keeper,
Keeper of the King's Swans,
Keeper of the Queen's Swans
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (person responsible for monarch's swans)φύλακας των κύκνων περίφρ
time keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: [sb] who keeps track of time)αυτός που κρατάει τον χρόνο ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'keeper' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση keeper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'keeper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης