WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
language barrier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (difficulty in communication due to language difference)δυσκολία στην επικοινωνία εξαιτίας της γλώσσας ουσ θηλ
 To break through the language barrier when I was in Asia I communicated with gestures and drawings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση language barrier στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'language barrier'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης