lassitude

 /ˈlæsɪtjuːd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
lassitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literary (lethargy) (σωματική)αδυναμία, εξάντληση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lassitude στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lassitude'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης