last

Listen:
 [ˈlɑːst]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (final) (τελικός)τελευταίος επίθ
 You really need to win this last race.
 Πρέπει πραγματικά να κερδίσεις την τελευταία κούρσα.
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (most recent) (πιο πρόσφατος)τελευταίος επίθ
 What was the last book you read?
 Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διάβασες;
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (latest possible)τελευταίος επίθ
 He went to the store at the last minute, just before it closed.
 Πήγε στο μαγαζί την τελευταία στιγμή, λίγο πριν κλείσει.
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (least suitable) (λιγότερο κατάλληλος)τελευταίος επίθ
 He would be my last choice to help me. He is completely unreliable.
 Θα ήταν η τελευταία μου επιλογή. Είναι εντελώς αναξιόπιστος.
last advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (most recently)τελευταία φορά φρ ως επίρ
  τελευταίος επίθ
 Who spoke last? You or him? I last saw him yesterday.
 Ποιος μίλησε τελευταίος; Εσύ ή εκείνος; Τον είδα τελευταία φορά χθες.
last,
last for
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(continue for: the duration)διαρκώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κρατάω ρ αμ
  συνεχίζομαι ρ αμ
 The speech lasted thirty minutes.
 Η ομιλία διήρκεσε (or: κράτησε) τριάντα λεπτά.
 Η ομιλία συνεχίστηκε για τριάντα λεπτά.
last viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (duration) (διάρκεια)κρατάω ρ αμ
  (επίσημο)διαρκώ ρ αμ
 The rainy weather lasted for ten straight days.
 Ο βροχερός καιρός κράτησε δέκα συνεχόμενες μέρες.
 Ο βροχερός καιρός διήρκεσε δέκα συνεχόμενες μέρες.
last viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (survive)επιβιώνω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)αντέχω ρ αμ
  (καθομιλουμένη, αργκό)την βγάζω, τη βγάζω καθαρή έκφρ
 The endangered species is not expected to last through the 21st century.
 Τα είδη υπό εξαφάνιση δεν αναμένεται να επιβιώσουν τον εικοστό πρώτο αιώνα.
 Τα είδη υπό εξαφάνιση δεν αναμένεται να αντέξουν τον εικοστό πρώτο αιώνα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είναι πολύ άρρωστος. Μάλλον δεν θα τη βγάλει (καθαρή) φέτος.
last viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be sufficient)φτάνω, αρκώ, επαρκώ ρ αμ
 Our food supplies should last for two weeks.
 Τα τρόφιμα θα πρέπει να μας φτάσουν για δύο εβδομάδες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (least likely) (λιγότερο πιθανός)τελευταίος επίθ
 The gym? That is the last place you will find him.
 Στο γυμναστήριο; Αυτό είναι το τελευταίο μέρος που θα τον βρεις.
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with authority)τελευταίος επίθ
  τελικός επίθ
 The president always has the last word.
 Την τελευταία λέξη την έχει πάντα ο πρόεδρος.
 Τον τελικό λόγο τον έχει πάντα ο πρόεδρος.
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (only remaining)τελευταίος επίθ
 Nobody ate the last bit of lasagne.
 Κανένας δεν έφαγε το τελευταίο κομμάτι λαζάνια.
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lowest) (χαμηλής προτεραιότητας)τελευταίος επίθ
 The picnic is the last thing on my list. Everything else is more important.
 Το πικ νικ είναι το τελευταίο πράγμα στη λίστα μου. Όλα τα άλλα είναι πιο σημαντικά.
last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (single) (κάθε άτομο)τελευταίος επίθ
 We won't start eating until every last person arrives.
 Δεν θα ξεκινήσουμε να τρώμε μέχρι να έρθει και ο τελευταίος καλεσμένος.
last nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (most recent thing)τελευταίος επίθ ως ουσ
 The last is often the best.
 Το τελευταίο είναι συχνά και το καλύτερο.
last nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (most recent person)τελευταίος επίθ ως ουσ
 There used to be lots of older people here, but the last moved away two years ago.
 Υπήρχαν πολλοί ηλικιωμένοι εδώ, αλλά οι τελευταίοι έφυγαν πριν από δύο χρόνια.
last nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final mention) (τελευταία αναφορά)τελευταία νέα περίφρ
 That was the last we heard about her.
 Αυτά ήταν τα τελευταία νέα που μάθαμε γι' αυτήν.
the last nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (end, death)το τέλος περίφρ
  η τελευταία στιγμή περίφρ
  η ύστατη στιγμή περίφρ
 He remained faithful to the last.
last nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (model of a foot) (υποδηματοποιΐα)καλαπόδι ουσ ουδ
 The shoemaker used individual lasts to make each shoe.
 Ο υποδηματοποιός χρησιμοποίησε διαφορετικά καλαπόδια για να φτιάξει το κάθε παπούτσι.
the last nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the final moment)η τελευταία στιγμή περίφρ
the last of [sth],
plural: the last of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(only remaining person, thing) (όσοι ή όσα έχουν μείνει)τελευταίοι επίθ ως ουσ
 Robert Scott and his team were the last of the great explorers.
 Ο Ρόμπερτ Σκοτ και η ομάδα του ήταν οι τελευταίοι από τους μεγάλους εξερευνητές.
last viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (wear well) (μτφ: αντέχω στη φθορά)αντέχω, κρατάω ρ αμ
 This shirt will last for years, it is so well made.
 Αυτό το πουκάμισο θα αντέξει (or: κρατήσει) χρόνια, είναι πολύ καλοφτιαγμένο.
last viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (endure)αντέχω ρ αμ
 I'm not sure that I can last till the end of the workday. I might fall asleep before then.
 Δεν είμαι σίγουρος αν θα αντέξω μέχρι το τέλος της μέρας. Μπορεί να με πάρει ο ύπνος μέχρι τότε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at last advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (finally)στο τέλος, τελικά, επιτέλους επίρ
 At last, I've finished writing that report!
 Επιτέλους, τελείωσα τη σύνταξη εκείνης της έκθεσης.
at long last exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (emphatic: finally)επιτέλους επίρ
  επιτέλους τέλος έκφρ
at the last minute advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (almost too late)την τελευταία στιγμή, στο τσακ, στο παρά πέντε επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικοί προσδιορισμοί
 At the last minute, I decided to go to the concert with my friend.
breathe your last breath v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (die)αφήνω την τελευταία μου πνοή έκφρ
  πνέω τα λοίσθια έκφρ
  εκπνέω ρ αμ
 After she received extreme unction, she breathed her last breath.
come last viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (lose a race, be the slowest) (σε αγώνα)έρχομαι τελευταίος, είμαι τελευταίος έκφρ
come last vi + adv (be last in sequence)έρχομαι τελευταίος, είμαι τελευταίος ρ έκφρ
 In the English alphabet, Z comes last.
come last viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be lowest in priority) (σε προτεραιότητα)έρχομαι τελευταίος, είμαι τελευταίος έκφρ
first and last advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (above all else)πρώτα και κύρια, πρωταρχικά επίρ
 His son's education comes first and last in his priorities.
from first to last advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (all the way through)από την αρχή ως το τέλος έκφρ
 From first to last the meal was a gourmet delight.
have the last word viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." literal (make the final remark) (κυριολεκτικά)έχω τον τελευταίο λόγο έκφρ
 Amy and Jake can argue with each other for hours because each of them insists on having the last word.
have the last word viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (triumph, win out) (μεταφορικά)βγαίνω κερδισμένος έκφρ
 Although the students presented compelling reasons for moving the exam from Friday to Monday, the teacher had the last word, reminding them that to do so would cause the class to fall behind schedule.
last but not least advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (lastly)τελευταίος αλλά εξίσου σημαντικός περίφρ
  τελευταίος αλλά όχι λιγότερο σημαντικός περίφρ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τελευταίος αλλά όχι καταϊδρωμένος περίφρ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Last but not least, don't forget to ring me when you get there.
 Και μια τελευταία, αλλά εξίσου σημαντική λεπτομέρεια. Μην ξεχάσεις να με πάρεις τηλέφωνο, όταν φτάσεις εκεί.
last chance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final opportunity)τελευταία ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
last days nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (before death) (της ζωής μου)τελευταίες μέρες επίθ + ουσ θηλ πλ
 I would rather spend my last days on a beach than in a hospital.
last forever vi + adv (continue for all time)κρατάω για πάντα ρ έκφρ
  είμαι αιώνιος περίφρ
 The couple were sure that their love would last forever.
last gasp,
last-gasp
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(final breath before dying) (κυριολεκτικά)ύστατη πνοή επίθ + ουσ θηλ
 Grandma took one last gasp before her eyes rolled back and I knew she was dead.
last-gasp adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (attempt: final, desperate)τελευταίος επίθ
  ύστατος επίθ
  (χωρίς ελπίδα)απεγνωσμένος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective
 He made a last-gasp effort to rescue the drowning dog, but unfortunately the current was too strong.
last minute nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final moments before [sth])τελευταία στιγμή επίθ + ουσ θηλ
 I managed to get tickets to the concert at the last minute. Our babysitter cancelled at the last minute, so we stayed home.
last name nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surname, family name)επώνυμο, επίθετο ουσ ουδ
 The Royal Family's last name is Windsor.
 Το επώνυμο της Βασιλικής Οικογένειας είναι Ουίνσδορ.
last night advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (yesterday evening)χθες το βράδυ, χτες βράδυ φρ ως επίρ
 I went to bed very early last night - just after nine.
 Πήγα για ύπνο πολύ νωρίς χτες το βράδυ, λίγο μετά τις εννιά.
last night advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (yesterday during the night)χθες τη νύχτα φρ ως επίρ
 There was heavy snowfall in the area last night.
 Χθες τη νύχτα, υπήρξε έντονη χιονόπτωση στην περιοχή.
last out [sth],
last [sth] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(endure)αντέχω ρ αμ
  διαρκώ ρ αμ
last out viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be sufficient)επαρκώ ρ αμ
last quarter (astronomy)τελευταίο τέταρτο επίθ + ουσ ουδ
last resort nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (desperate recourse)τελευταία ελπίδα επίθ + ουσ θηλ
  έσχατη λύση επίθ + ουσ θηλ
 As a last resort to win her heart, he bought 12 dozen roses for her. You are my last resort, if you don't lend me the money I will lose the house.
last rites (religion)τελευταία μετάληψη επίθ + ουσ θηλ
last round nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: final bout) (σπορ)τελικός γύρος έκφρ
 He did not take the lead until the very last round of the contest.
last round nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (most recent, final, serving drinks to a group) (καθομιλουμένη)τελευταίος γύρος κεράσματος έκφρ
 You bought the last round, so now it's my turn. We paid for the last round of drinks.
last stage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final part, final step)τελικό στάδιο, τελική φάση έκφρ
 After months of filling in forms, I am at the last stage of applying for British citizenship.
last stop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (transport route: final destination)τελευταία στάση επίθ + ουσ θηλ
  τελικός προορισμός επίθ + ουσ αρσ
  (λεωφορείο)τέρμα ουσ ουδ
 This is the last stop; everyone must get off the bus.
last straw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (final source of irritation) (μεταφορικά)η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι έκφρ
  (προφορικά)ως εδώ, ως εδώ ήταν, ως εδώ και μη παρέκει επιφ
 That was the last straw, I can't take any more of your abuse, I'm leaving you.
 Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Δεν αντέχω άλλο τη συμπεριφορά σου. Φεύγω.
 Ως εδώ και μη παρέκει! Δεν αντέχω άλλο τη συμπεριφορά σου. Φεύγω.
last summer advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (during the previous summer season)πέρυσι το καλοκαίρι επίρ
 The band played at Glastonbury last summer.
the Last Supper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meal eaten by Jesus and disciples)ο Μυστικός Δείπνος φρ ως ουσ αρσ κύρ
 When Mass is celebrated and we go for communion, it commemorates the Last Supper.
last through vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (endure, survive)υπομένω, αντέχω, επιβιώνω ρ μ
 The dog is very ill and we are not sure whether he will last through the night.
last time,
the last time
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(on the previous occasion)την προηγούμενη φορά, την τελευταία φορά περίφρ
 Last time I ate fast food, I got sick. The last time I saw you, you'd just come back from Japan.
 Την τελευταία φορά που έφαγα σε φαστφουντάδικο αρρώστησα. Την προηγούμενη φορά που σε είδα, είχες μόλις γυρίσει από την Ιαπωνία.
last week advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (during the previous week)την προηγούμενη εβδομάδα επίρ
 She quit her job last week.
 Την προηγούμενη εβδομάδα παραιτήθηκε απ' τη δουλειά της.
last weekend advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (during the previous weekend)το προηγούμενο σαββατοκύριακο επίρ
 We had a big party last weekend.
 Το προηγούμενο σαββατοκύριακο κάναμε ένα μεγάλο πάρτι.
last word nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (closing remark)κατακλείδα ουσ θηλ
last word nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (final work or statement) (μεταφορικά)τελευταία λέξη φρ ως ουσ θηλ
last word nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (most modern version) (μεταφορικά)τελευταία λέξη φρ ως ουσ θηλ
last words nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (final words spoken before dying)τελευταία λόγια επίθ + ουσ ουδ πλ
  τελευταίες λέξεις επίθ + ουσ θηλ πλ
 His last words were "I don't feel so good."
last year nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (year prior to this one)πέρσι επίρ
 Last year was very bad for business.
 Πέρυσι ήταν μια κακή χρονιά για τις επιχειρήσεις.
last year advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in year prior to this one)πέρσι επίρ
 Last year I went on holiday to Italy.
 Πέρυσι πήγα διακοπές στην Ιταλία.
last-ditch,
last ditch
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(final or desperate)έσχατος, ύστατος επίθ
  τελευταίος επίθ
last-ditch effort,
last ditch effort
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(desperate final attempt)τελευταία προσπάθεια, απεγνωσμένη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  ύστατη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
last-minute,
last minute
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(hurried, almost too late)της τελευταίας στιγμής περίφρ
  τελευταίος επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 There are always so many last-minute preparations before a wedding.
next to last,
next-to-last
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(penultimate, second to last)προτελευταίος επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 My daughter was upset because her team finished next to last in the league. November is the next-to-last month of the year.
 Η κόρη μου ήταν αναστατωμένη γιατί η ομάδα της βγήκε προτελευταία στο πρωτάθλημα. Ο Νοέμβρης είναι ο προτελευταίος μήνας του χρόνου.
next to last,
next-to-last
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(one before last)προτελευταίος επίθ
 The British cyclist didn't do very well in the race; he was next to last.
on its last legs advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, informal (about to fail) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)στα τελευταία μου, με το ένα πόδι στον τάφο έκφρ
 That old car is on its last legs.
second to last advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in penultimate position)προτελευταίος επίθ
  (χιουμοριστικό)δεύτερος από το τέλος περίφρ
second to last adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (penultimate)προτελευταίος επίθ
the last word nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final retort)η τελευταία λέξη περίφρ
 My brother has to have the last word in every argument.
the last word in [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (ultimate, most fashionable) (μεταφορικά)η τελευταία λέξη του έκφρ
 You can always find the last word in haute couture in Paris.
the week before last nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the week prior to last week)η προπερασμένη εβδομάδα φρ ως ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)η προ-προηγούμενη εβδομάδα φρ ως ουσ θηλ
the week before last advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the week prior to last week)την προπερασμένη εβδομάδα φρ ως επίρ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)την προ-προηγούμενη εβδομάδα φρ ως επίρ
until the last minute advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to the final possible moment)μέχρι την τελευταία στιγμή φρ ως επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'last' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: the [show, play, movie] will last for [2 hours], as he breathed his last, last [year, month, night, week], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση last στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'last'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης