WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
layer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (level, stratum)στρώση ουσ θηλ
  στρώμα ουσ ουδ
 To find water, we drilled through many layers of rock.
 Για να βρούμε νερό, τρυπήσαμε πολλά στρώματα βράχου.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτή η τούρτα έχει τρεις στρώσεις κρέμας.
layer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thickness put on top of [sth])επίστρωση, επικάλυψη, στρώση ουσ θηλ
 The playing cards are made of paper with a layer of plastic to protect them.
 Τα χαρτιά της τράπουλας φτιάχνονται από χαρτί με μια επικάλυψη πλαστικού για να προστατεύονται.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
layer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who lays material) (επάγγελμα)τεχνίτης που τοποθετεί κάποιο υλικό
  (σπάνιο)τοποθετητής, τοποθετήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνήθως χρησιμοποιείται μία συγκεκριμένη λέξη ανά επάγγελμα, ανάλογα με το είδος που τοποθετείται, π.χ. πλακάς, μαρμαράς κ.ά.
 The tile layer completed the bathroom flooring in a day.
 Ο τεχνίτης (or: πλακάς) τέλειωσε το δάπεδο του μπάνιου σε μία μέρα.
layer [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrange in layers)τακτοποιώ σε στρώσεις, βάζω σε στρώσεις περίφρ
 The chef layered the cake and the chocolate frosting.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
multilayer,
multi-layer,
multilayered,
multi-layered
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having several layers)πολυστρωματικός επίθ
outer layer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (covering)εξωτερική στρώση ουσ θηλ
  εξωτερικό στρώμα ουσ ουδ
 I need a warm coat with a woollen lining and a waterproof outer layer. It turned out to be a warmer day than expected, so I removed my outer layers.
ozone layer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of atmosphere containing ozone gas)σφαίρα του όζοντος ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'layered' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση layered στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'layered'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης